Η Αόρατη Επανάσταση της Ανδρομάχης: Πίστη, Μνήμη και Επιβίωση – Μέρος 3ο (τελευταίο)
Μέρος 3ο: Η Ηρωίδα που δεν Χρειάστηκε να Νικήσει για να Κυριαρχήσει
της Άννας Ραζή
Μέχρι τώρα λοιπόν, είδαμε την Ανδρομάχη να χτίζει ένα αόρατο οχυρό από σιωπή και να μετατρέπει τη μητρότητα από ένστικτο σε μια συνειδητή, πολιτική πράξη επιβίωσης. Όμως, το τελικό, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Πώς μια γυναίκα που δεν υψώνει ποτέ τον τόνο της φωνής της, που δεν επιτίθεται και δεν διεκδικεί τίποτα για τον εαυτό της, καταλήγει να είναι το πιο ισχυρό και επιβλητικό πρόσωπο πάνω στη σκηνή;
Η απάντηση που μας δίνει ο Ρασίν είναι σκληρή, αλλά ταυτόχρονα λυτρωτική: Η Ανδρομάχη ασκεί μια μορφή βίας που οι άλλοι —οι «νικητές», οι ισχυροί, οι παθιασμένοι— δεν μπορούν να αντέξουν. Είναι η βία της ακλόνητης εσωτερικής συνέπειας. Είναι η βία του να μην μπορείς να την «αγοράσεις» με τίποτα, ούτε με το αίμα, ούτε με τον χρυσό, ούτε καν με την υπόσχεση της ευτυχίας.
Ποιος Αγαπά Πραγματικά;
Για να νιώσουμε το μέγεθος της Ανδρομάχης, πρέπει να τη δούμε ως τον «καθρέφτη» μέσα στον οποίο κοιτάζονται όλοι οι άλλοι χαρακτήρες και ανακαλύπτουν τη γύμνια τους. Στο σύμπαν του Ρασίν, ο έρωτας δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Και η Ανδρομάχη είναι το μέτρο σύγκρισης για όλους:
-
Ο έρωτας ως «κενό», τον έρωτα αυτό, τον βλέπουμε κυρίως στη Φαίδρα του Ρασίν. Είναι ο έρωτας που ζητά να «γεμίσει» μια τρύπα στην ψυχή. Μια φωτιά που καταναλώνει τα πάντα γιατί το υποκείμενο δεν αντέχει να είναι μόνο του. Είναι ένας έρωτας-εξάρτηση, που αν δεν βρει ανταπόκριση, μετατρέπεται σε αυτοκαταστροφή.
-
Ο έρωτας ως «ιδιοκτησία». Εδώ, όπου ο άλλος δεν είναι άνθρωπος, είναι τρόπαιο. Ο Πύρρος δεν θέλει την Ανδρομάχη· θέλει την υποταγή της. Θέλει να νιώσει ότι κυριαρχεί πάνω στο τελευταίο προπύργιο της Τροίας. Είναι ο έρωτας που εκβιάζει, που παζαρεύει, που χρησιμοποιεί το παιδί ως νόμισμα.
-
Ο έρωτας ως «ταυτότητα». Αυτή είναι η τρίτη οδός. Η Ανδρομάχη δεν αγαπά για να πάρει κάτι. Αγαπά τον Έκτορα —έναν νεκρό— γιατί αυτός ο έρωτας είναι η ραχοκοκαλιά της. Δεν περιμένει επιβράβευση, δεν περιμένει réciprocité (αμοιβαιότητα). Η πίστη της είναι ο τρόπος της να λέει «υπάρχω».
«Δεν Μετακινούμαι»
Η Ανδρομάχη δεν διώκει κανέναν, κι όμως όλοι οι γύρω της νιώθουν κυνηγημένοι από την παρουσία της. Γιατί; Γιατί η σταθερότητά της εκθέτει την τρομακτική αστάθεια των άλλων. Όταν ο Πύρρος αλλάζει γνώμη κάθε λεπτό, όταν η Ερμιόνη παρασύρεται από το μίσος, η Ανδρομάχη μένει ακίνητη.
Αυτή η άρνηση να «διαπραγματευτεί» την ψυχή της, να κάνει έστω και μια μικρή έκπτωση στις αξίες της για να γλιτώσει τον πόνο, είναι η μεγαλύτερη προσβολή για τους διώκτες της. Τους αφαιρεί κάθε ψευδαίσθηση εξουσίας. Τους δείχνει κατάμουτρα ότι μπορούν να φυλακίσουν το σώμα της, να απειλήσουν τη ζωή του γιου της, ακόμη και να την οδηγήσουν στον θάνατο, αλλά δεν μπορούν να αγγίξουν το νόημα που εκείνη δίνει στη ζωή της. Είναι η «εξουσία» μιας γυναίκας που δεν χρειάζεται να σε νικήσει στο πεδίο της μάχης, γιατί σε έχει ήδη νικήσει στο πεδίο της ηθικής. Στο τέλος, ο Πύρρος πεθαίνει κυνηγώντας μια σκιά, ενώ εκείνη ζει κρατώντας την ουσία.
Η Μητρότητα ως η Απόλυτη Ευθύνη
Στο κλείσιμο της τραγωδίας, η Ανδρομάχη παίρνει μια απόφαση που δεν έχει ίχνος εύκολου συναισθηματισμού. Επιλέγει να ζήσει μέσα σε ένα περιβάλλον που μισεί, να παντρευτεί τον άνθρωπο που κατέστρεψε την πατρίδα της, μόνο και μόνο για να γίνει η ασπίδα του Αστυάνακτα.
Μετατρέπει τη μνήμη του Έκτορα σε ευθύνη για το αύριο. Ενώ οι άλλοι ήρωες άγονται και φέρονται από τα νεύρα τους, τις ζήλιες τους και τις ανασφάλειές τους, η Ανδρομάχη κυριαρχεί. Ξέρει ότι ο κόσμος δεν τελειώνει σε εμάς, αλλά συνεχίζει στα παιδιά μας. Αυτή η διαύγεια είναι που την κάνει «επικίνδυνη» για το σύστημα. Δρα χωρίς θόρυβο, χωρίς θεατρινισμούς, αλλά με μια χειρουργική ακρίβεια που τσακίζει όποιον προσπαθήσει να την πλησιάσει με δόλο.
Η Ανδρομάχη του Ρασίν δεν είναι ένα παλιό άγαλμα σε ένα μουσείο. Είναι μια φιγούρα που μας αφορά σήμερα περισσότερο από ποτέ. Σε έναν κόσμο που όλα είναι ρευστά, που οι αρχές μας γίνονται αντικείμενο συναλλαγής και που η «εικόνα» μας πρέπει να αλλάζει συνεχώς για να αρέσει, εκείνη μας θυμίζει το αρχέτυπο της Πίστης.
Μας θυμίζει εκείνη τη γιαγιά μας που δεν λύγισε στις δυσκολίες, εκείνη τη μάνα που έμεινε όρθια ανάμεσα στα ερείπια μιας ζωής που δεν διάλεξε, εκείνον τον άνθρωπο που όλοι έχουμε γνωρίσει και που το «όχι» του είχε το βάρος ενός βουνού.
Η Ανδρομάχη είναι η απόδειξη ότι η μεγαλύτερη επανάσταση δεν γίνεται στους δρόμους, αλλά μέσα στο «ακατάσχετο» της ψυχής μας. Μας διδάσκει ότι ακόμη και αν σου τα πάρουν όλα, ακόμη και αν σε κλείσουν σε ένα χρυσό κλουβί και σε απειλήσουν με το πιο ακριβό σου κτήμα, μπορείς να παραμείνεις κυρίαρχος.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν η αυλαία πέφτει και τα φώτα σβήνουν, η μόνη πραγματική νίκη δεν είναι να επιβιώσεις, αλλά να κοιτάξεις τον καθρέφτη και να αναγνωρίσεις το πρόσωπο που βλέπεις. Η Ανδρομάχη έμεινε πιστή στην αγάπη της, όχι γιατί ήταν αδύναμη να ξεχάσει, αλλά γιατί ήταν αρκετά δυνατή για να θυμάται. Και αυτή η μνήμη είναι η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να κάψει κανένας εχθρός.