Ο ζητιάνος τού Ανδρέα Καρκαβίτσα και ο νατουραλισμός της Ελένης Σταθοπούλου

Ο ζητιάνος τού Ανδρέα Καρκαβίτσα και ο νατουραλισμός της Ελένης Σταθοπούλου

Ο ζητιάνος είναι νουβέλα τού Ανδρέα Καρκαβίτσα, που δημοσιεύτηκε σε βιβλίο στα 1897, από το «Τυπογραφείον τής Εστίας». Η νουβέλα αυτή γνώρισε μεγάλη επιτυχία και διαβάστηκε από γενιές Ελλήνων. Ο πρωταγωνιστής τού έργου, ο Κώστας Τζιρίτης (ή Τζιριτόκωστας), υπήρξε η διάσημη λογοτεχνική φιγούρα τής Ελλάδας, μέχρι την εμφάνιση του Αλέξη Ζορμπά τού Καζαντζάκη.

Η πρώτη ύλη

Ο συγγραφέας τής νουβέλας επισκέφτηκε τα χωριά των Κραβάρων σε μια εκδρομή του, το 1890. Αμέσως μετά  δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στα χρονογραφήματα που έγραφε τότε στο περιοδικό Εστία με τίτλο «Κράβαρα-οδοιπορικές σημειώσεις», σε 12 συνέχειες. Από αυτό το ταξίδι, ο Καρκαβίτσας άντλησε το υλικό για τη δημιουργία τού πρωταγωνιστή του, του Τζιριτόκωστα. Έγραφε τότε για τους Κραβαρίτες ο Καρκαβίτσας: «Έτσι οι άντρες λείπουν σε ταξίδι δυο και τρία χρόνια. Διασχίζουν θάλασσες, περνούν ποταμούς, ανεβαίνουν βουνά και κατεβαίνουν κοιλάδες, χτυπούν την πόρτα των μεγάρων των πλουσίων αλλά και το καλύβι των φτωχών, κοιμούνται στις πόρτες των εκκλησιών αλλά και στις πόρτες των καπηλειών. Δέχονται τη δραχμή της χήρας αλλά και το χαρτονόμισμα του πλούσιου, τις φτυσιές των παιδιών και τις κοροϊδιες του κόσμου, παλέυουν για ένα κόκκαλο με τα σκυλιά, και για τα απομεινάρια του τραπεζιού με τις γάτες, υπομένουν αγόγγυστα τις δυσκολίες που τους φέρνει η φύση αλλά και τις δυσκολίες που τους φέρνει η αστυνομία… Τίποτα πιο υπομονετικό, τίποτα πιο πεισματάρικο από αυτούς. Έκαναν σκοπό της ζωής τους να ξεγελάσουν την ανθρωπότητα όλη και το πέτυχαν. Τίποτα δεν τους εμποδίζει σε αυτό: ούτε η Φύση, ούτε οι νόμοι, ούτε οι διαφορετικές γλώσσες, ούτε τα ξένα ήθη και έθιμα, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα θηρία. Εμπρός, πάντα εμπρός: έτσι περνάει η ζωή τους…. χωρίς χαρά, χωρίς γέλιο, χωρίς διασκέδαση αρκεί μόνο να γεμίζει το σακούλι.». Η δημοσίευση αυτών των εντυπώσεων, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε πολλές διαφωνίες κι εκδηλώσεις εχθρότητας εναντίον του συγγραφέα. O ίδιος ο συγγραφέας σε ένα γράμμα του στο φίλο του , επίσης λογοτέχνη Κώστα Χατζόπουλο, λέει τα εξής: «Αθήνα, 28 Ιανουαρίου, 1891. Οι Κραβαρίται- ευχαρίστως σου γράφω- εφιλοτημήθησαν να μου κάμουν μεγάλην ρεκλάμαν, που ούτε εις το όνειρο μου επερίμενα ποτέ, ούτε θα την απέκτων και αν έκαμνα εκατοντάδα διηγημάτων έξοχων. Εχολώθησαν οι άνθρωποι παρεξηγήσαντες τα όσα έγραψα εις την Εστίαν δια τον τόπο τους και άρχισαν εις τας εφημερίδας μέγαν πάταγον δια την βεβήλωσιν του οποίον έκαμα εγώ ο υβριστής. Και δεν αρκεί τούτο, αλλ’ εζήτησαν εν σώματι και πνεύματι την τιμωρίαν μου από το Υπουργείον και τούτο, εν τω δικαιώματί του, μ’ ετιμώρησε με εικοσαήμερον κράτησιν, παραθέσαν όλην την περικοπήν τού έργου προς δικαιολόγησιν της αποφάσεώς του. Δεν με μέλει δια την τιμωρίαν, όσο με μέλει διότι εστρέβλωσαν όλην την περικοπήν και θ’αναγνωσθεί ούτως εστρεβλωμένη, χωρίς να βγαίνει έννοια, εις όλους τους στρατιωτικούς κύκλους τού Αρχηγείου. Αλλ’ οι Κραβαρίται δεν ηρκέσθησαν έως εδώ. Μ’ έστειλαν δύο προσκλήσεις μονομαχίας μέχρι τούδε, κι εγώ διόρισα τον Ρούκην μαρτυρά μου κι είναι πιθανόν μετά την λήξιν τής ποινής μου να κουμπουριασθούμε. Αλλά πάντοτε, εννοείς ρωμαίικο κουμπούριασμα. Τώρα έρχονται άλλοι με όλως αντιθέτως διαθέσεις κι εγώ ποζάρω τώρα ως μέγας συγγραφέας κι έχει ακόμα ο θεός! Τα επερίμενες συ από εμένα αυτά; Εγώ ποτέ.» Αλλά και τα Τέμπη και τα χωριά τους ο συγγραφέας τα γνώρισε καλά το καλοκαίρι τού 1891, όταν επισκέφτηκε την περιοχή. Και αυτές οι εντυπώσεις του δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο τύπο τής εποχής, στο περιοδικό Το Άστυ με τίτλο «Θεσσαλικές εικόνες».

Η ιστορική πραγματικότητα του έργου

Το έργο είναι πιστό στην ιστορική αλήθεια μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα, εκείνα τα χρόνια, και αμέσως μετά τη συνθήκη που υπογράφτηκε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη, το 1881, η Θεσσαλία κατελήφθη από τον Ελληνικό Στρατό και προσαρτήθηκε στην Ελλάδα. Τότε ορίστηκαν τα σύνορα του νέου κράτους, 4 χλμ. νότια από τον Πλαταμώνα και ακολουθώντας την κορυφογραμμή τού κάτω Ολύμπου έφταναν μέχρι τα στενά τής Μελούνας, ορίζοντας τον Τύρναβο και τα χωριά του στην Ελληνική Επικράτεια. Κατά μήκος τής γραμμής των συνόρων υπήρχαν τελωνεία με το πιο απόμακρο στο Τσάγεζι, στο οποίο αρχικά υπηρετούσε και ο Βαλαχάς, ο τελωνοφύλακας του έργου, που λόγω κακής διαγωγής ο τελώνης τον μετέθεσε στο Νυχτερέμι. Το Νυχτερέμι δεν είναι άλλο από το σημερινό χωριό Παλαιόπυργος Λαρίσης και το διπλανό Λασποχώρι δεν είναι άλλο από το σημερινό Ομόλιο Λαρίσης. Όλα αυτά τα χρόνια εξάλλου, αλλά και τα επόμενα που θα ακολουθήσουν, το σημαντικότερο ζήτημα ήταν η διάδοχη κατάσταση των περιουσιών των Τούρκων που αποχωρούσαν πλέον από τη Θεσσαλία. Όπως είχε γίνει και από το 1833 και μετά, με την προσάρτηση της Λαμίας στο Ελληνικό Βασίλειο, οι Τούρκοι ιδιοκτήτες γης άρχισαν να πουλάνε την περιουσία τους σε Έλληνες. Η περιουσία τους, τις περισσότερες φορές ήταν ολόκληρα χωριά και από αυτά άλλα ήταν τσιφλίκια, χωριά που ανήκαν σε Τούρκους ιδιοκτήτες εξ ολοκλήρου: η γη, τα ζώα και οι άνθρωποι και άλλα κεφαλοχώρια που ήταν συνήθως άγονα και ορεινά χωριά που τα καλλιεργούσαν ελεύθεροι καλλιεργητές και σε αυτά οι Τούρκοι κατείχαν κάποια έκταση χωραφιών. Συνήθως αγοραστές τελικά γίνονταν πλούσιοι Έλληνες του παροικιακού Ελληνισμού, κυρίως για τα τσιφλίκια, και τότε οι αγρότες απλώς άλλαζαν την εθνικότητα του αφεντικού τους χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο η ζωή και οι οικονομικές τους σχέσεις. Οι αγοραπωλησίες γίνονταν μέσα σε κλίμα ανασφάλειας αλλά και ασάφειας. Οι Τούρκοι τσιφλικάδες, εγκατεστημένοι στη Λάρισα, προχωρούσαν σε αγοραπωλησίες με συχνά ανύπαρκτους τίτλους, με εξαπατήσεις, δολοπλοκίες και γενικά με κάθε μέσο που μπορούσαν να αποκομίσουν το μεγαλύτερο κέρδος. Για τη διευθέτηση συγκροτήθηκε μεικτή επιτροπή, αποτελούμενη από Έλληνες και Τούρκους δικαστές, η οποία εκδίκαζε τις διαφορές και βέβαια έδινε στην κυριολεξία τροφή στους δικηγόρους που αναλάμβαναν είτε τη μία είτε την άλλη πλευρά και την αντιπροσώπευσή της στα δικαστήρια. Το Νυχτερέμι και τα γύρω χωριά είχαν πατηθεί από τον Αλή Πασά τότε που ο γιος του, ο Βελή πασάς, ήταν πασάς στον Τύρναβο. Ο Βελής – ύστερα από διαταγή τού πατέρα του – μάζεψε τις κεφαλές των χωριών και ζήτησε να του κάνουν παραχωρητήριο τα εύφορα χωράφια τους. Όσα χωριά είχαν καλούς προεστούς, όπως αυτό της Ραψάνης ή της Κρανιάς ή το Κονομιό που κρέμεται πάνω από το Τσάγεζι, με διάφορους τρόπους αντιστάθηκαν. Του Νυχτερεμιού, όμως, οι πρόκριτοι υπέγραψαν αμέσως το παραχωρητήριο, όπως και στον Πυργετό, το Λασποχώρι και στην Αίγανη. Μετά την κατατρόπωση του Αλή από τον σουλτάνο τα παραχωρητήρια πέρασαν στα χέρια του Χουρσίτ πασά. Έτσι, ο Τούρκος μπέης τής περιοχής ήθελε και αυτός να τα πουλήσει, λέγοντας πως ήταν δικά του και ήταν κανονικά τσιφλίκια, κάτι όμως που δεν ίσχυε γιατί το παραχωρητήριο είχε κάποιους όρους που επέτρεπαν στους χωριάτες να χτίζουν οι ίδιοι τα σπίτια τους και να μη μπορεί κανείς να τους διώξει από εκεί, τα αμπέλια και τα ζώα τους να είναι 100% δικά τους και να μη μπορεί να τους τα πάρει και από τα χωράφια μόνο το 1/3 της σοδειάς δινόταν στον Τούρκο. Κατέφυγαν ο μπέης από τη μια και οι χωριάτες από την άλλη στην ελληνική Δικαιοσύνη, για να βγάλει απόφαση. Τελικά, όλα αυτά τα χωριά τα αγόρασε ο κεφαλονίτης Αριστείδης Μεταξάς από την πλευρά τού Πυργετού και ο Γεώργιος Σκιαδαρέσης από την πλευρά τού Λασποχωρίου, σύνολο έκτασης 300.000 στρεμμάτων.

Ο νατουραλιστικός κόσμος τού Ζητιάνου

          Ο νατουραλισμός, το λογοτεχνικό κίνημα του τέλους τού 19ου αιώνα, γεννήθηκε από το συνδυασμό τής ρεαλιστικής παράδοσης και των επιστημονικών νεωτερισμών σε μια Ευρώπη δυο ταχυτήτων, όπου το χάσμα ανάμεσα στην αστική τάξη, η οποία συσσωρεύει προκλητικό πλούτο, και την εργατική, η οποία ωθείται στην έσχατη ένδεια, διευρύνεται επικίνδυνα. Παράλληλα, η εντυπωσιακή πρόοδος των εργασιών των Darwin και Taine προωθούν αποφασιστικά τη βιολογία και την ιατρική, δυο επιστήμες που αφορούν άμεσα τον άνθρωπο. Ο νατουραλισμός έρχεται, λοιπόν, να φέρει τη λογοτεχνία σε επαφή με τη νέα αυτή κοινωνική κι επιστημονική πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα, μεταξύ λίγων, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, επηρεασμένος από τη σφοδρότητα του ύφους τού Ζοlα και των Ρώσων συγγραφέων, δημιουργεί τον Ζητιάνο, έναν ζοφερό πίνακα της ελληνικής πραγματικότητας του καιρού του, όπου το κακό όχι μόνο μένει ατιμώρητο, μα και θριαμβεύει. Η δράση τοποθετείται σε ένα τυπικό χωριό τής Θεσσαλίας. Ο συγγραφέας παρατηρεί αποστασιοποιημένος τα περιστατικά που ξεδιπλώνονται μπροστά του: ξυλοδαρμός τού ζητιάνου από τον τελωνοφύλακα), διατυπώνει μια υπόθεση για τα αίτιά του: «ο Βαλάχας περισσότερο δεν εχώνευε τους ζητιάνους […] Γυρίζει τα σπίτια και απλώνει το χέρι σε κάθε διαβάτη» και πειραματίζεται με τις συνθήκες που προκαλούν στους χαρακτήρες του τη συγκεκριμένη παθολογική συμπεριφορά, ώστε να επαληθεύσει την αρχική του υπόθεση «και ο τελωνοφύλακας εξακολούθησε το νευρικό του περπάτημα […] Τι θες μωρέ ψυχοβγάλτη […] Στην τόσην επιμονήν του ζητιάνου έχασε την υπομονήν του.». Ταυτίζοντας την τέχνη του με την επιστήμη του ως ιατρού δίνει έμφαση στην κλινική μέθοδο και μελετά την ηθική συμπεριφορά των προσώπων για να δείξει ότι είναι δέσμια εξωτερικών δυνάμεων: «Η κόρη με το πρώτο ψέλλισμα των ονομάτων της οικογένειας έμαθε να ψελλίζει και του αντρός της το όνομα […] και τόσον είχε τα αισθήματα συγχυσμένα μέσα της, ώστε δεν ημπορούσε να διακρίνη αν εζητούσε τούτο για να αποχτήση τον άπιστον εραστήν η για να τιμωρήση μισητήν αντίζηλο.».

          Είναι οφθαλμοφανές ότι οι ήρωες του έργου παρουσιάζονται ως όντα στερημένα από ευγενικές ή θείες καταβολές, τα οποία υπό την επήρεια των ενστίκτων τους εκφυλίζονται στην αρχική κατάσταση του κτήνους: «Την άλλην όμως ημέρα έκλαψε κι επενθοφόρεσεν. Αλλά συγχρόνως άρχισε να λογαριάζη κατά πόσο θ’ αύξεναν τα εισοδήματα του έπειτα από οχτώ δέκα χρόνια, όταν άρχιζε να ενοικιάζη και τα δυο νέα του παραλλάγματα».

          Σε πολλά σημεία τού έργου τονίζονται οι καταστροφικές συνέπειες της κληρονομικότητας. Ο Τζιριτόκωστας είναι ο διάδοχος της οικογενειακής παράδοσης στο ‘ένδοξο’ επάγγελμα της επαιτείας, γεννήθηκε κι ανατράφηκε γι’ αυτό το σκοπό: «Ο Τζιριτόγιωργας εκοίταζεν αφαιρεμένος ένα μετ’ άλλο τα κρεμασμένα τρόπαια και ο σεβασμός επλημμύριζε την καρδιά του.[…] Πόσα υπόφεραν οι δύστυχοι για να φέρουν εκεί που έφεραν την οικογένεια τους». Όμως, και οι γυναίκες, θύματα προλήψεων και δεισιδαιμονιών, κουτοπόνηρες κι ευκολόπιστες, ασφυκτιούν μπρος στην προκαθορισμένη μοίρα που τους κληροδότησε η μητέρα τους και θέλουν να δώσουν τέλος σ’ αυτή την κληρονομική διαδοχή τού κακού. «Θέλω σερνικό παιδί. Μπορείς να μου δώσεις σερνικό παιδί;».

Επιπλέον, το κείμενο παρουσιάζει ένα πλήθος από εικόνες και λέξεις τού ζωικού βασιλείου, επιβεβαιώνοντας τη ρηξικέλευθη θέση τού νατουραλισμού ότι τα είδη των ζώων από όπου κατάγεται ο άνθρωπος εξελίσσονται σύμφωνα με μια διαδικασία φυσικής επιλογής, κατά την οποία επικρατούν τα δυνατότερα. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της επιβολής τού ισχυρού στον ανίσχυρο αποτελεί ο αποτρόπαιος φόνος των ανυπεράσπιστων βρεφών από τον ίδιο τους τον πατέρα.

          Ο Τζιριτόκωστας είναι η κυρίαρχη μορφή τού έργου. Εξαπατά τους χωριάτες και τους αποσπά χρήματα, ορμώμενος όχι από την πάλη για την επιβίωση αλλά από την ανήθικη συνήθεια της κερδοσκοπίας. Οδηγεί τον ανυποψίαστο τελωνοφύλακα στα όρια της υπομονής με απώτερο σκοπό το περιστατικό τού ξυλοδαρμού. Παρότι εμφανίζεται μπρος στα μάτια των Καραγκούνηδων ως ανυπεράσπιστο θύμα, στην πραγματικότητα είναι αυτός η δύναμη, ένας ανώτερος ανθρώπινος μηχανισμός που η ζωή τού δίδαξε πώς να παρατηρεί και να ελέγχει τις ανθρώπινες αδυναμίες:«Ο ζητιάνος από μακρινή σπουδή των ανθρώπων είχεν αποχτήση και αυτά τα φιλοσοφικά πορίσματα».
Κάτω από τις επιδράσεις των αρχών τού νατουραλισμού ο Καρκαβίτσας προχωρεί «εις την αντιγραφήν τής φυσικής ζωής των ενστίκτων, τής ζωής τής άξεστου, φθάνει σχεδόν τον Ζολά». Με τη χρήση ενός πλούσιου λεξιλογίου στη θεσσαλική διάλεκτο μας φέρνει πλησιέστερα στον κόσμο που αναπαριστά. Δεν αρνείται στους ανθρώπους τού λαού να μιλήσουν στη γλώσσα τους, μόνο που τη δυνατότητα αυτή την περιορίζει στους διαλόγους. Ο ίδιος δεν έχει λόγο να ταυτιστεί με τα πρόσωπά του, αλλά θέτει ανάμεσα τους την απόσταση που επιβάλει η αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο και ο νατουραλισμός. Έτσι το έργο αποκτά μια φωτογραφική και φωνογραφική πιστότητα. Όμως, χωρίς να υπολείπεται σε αφηγηματική ευχέρεια κι επινοητική φαντασία, αναπαριστά τον κόσμο όπως ο ίδιος τον αντιλαμβάνεται, δηλαδή από τη σκοτεινή του πλευρά. Η ιδιοσυγκρασία και η ψυχοσύνθεσή του καθορίζουν την οπτική γωνία από την οποία βλέπει την εξωτερική πραγματικότητα. Έτσι, υπονομεύεται η νατουραλιστική αρχή ότι ο συγγραφέας παρατηρεί κι αναλύει τα θέματα του με ψυχρότητα! Ο Δημαράς αναφέρει ότι: «Ο αφηγηματικός χρόνος -από Πέμπτη μέχρι Κυριακή- συμπυκνώνει αιώνες πνευματικής αμάθειας, αιώνες κοινωνικού απομονωτισμού και ιδιοτελούς συμφέροντος. Νουβέλα γραμμένη με πολύ θυμό. Θυμό για την πολιτική που ακολουθεί το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και επιτρέπει στη ζητιανιά να επιβιώνει, στο ρουσφέτι και στην “εκδούλευση” να βασιλεύει, στους δημοσίους υπαλλήλους να περιφρονούν τη δουλειά τους ή να λαδώνονται, για να την κάνουν, και κυρίως στη δεισιδαιμονία, την αμάθεια, τη δουλική συμπεριφορά» Ο Φ. Πολίτης γράφει ότι: «ο Τζιριτόκωστας δεν είναι απλώς ένας κοινός τύπος Κραβαρίτη. Είναι ο Έλλην πολιτικός, ο Έλλην επιστήμων, ο Έλλην χρηματιστής ή έμπορος, ο ολέθριος “έξυπνος” Ρωμηός τής εποχής μας».

Ανατομία τής κοινωνίας

σε μια ηθογραφία

Η εμφάνιση της ηθογραφίας στη νεοελληνική λογοτεχνία σχετίζεται με τις ευρύτερες εξελίξεις στον πνευματικό χώρο. Η εμφάνιση του ρεαλισμού και του νατουραλισμού και η εξέλιξη της λαογραφίας στην Ελλάδα είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες στους οποίους οφείλεται η στροφή τής λογοτεχνίας στην ελληνική καθημερινή ζωή. Επιπλέον, η μετάφραση τού προλόγου τής Νανάς από τον Ι. Καμπούρογλου και η προκήρυξη διαγωνισμού συγγραφής διηγήματος από το περιοδικό Νέα Εστία με θέμα ελληνικό εγκαινίασε την καλλιέργεια του ηθογραφικού είδους. Οι περιηγήσεις τού Καρκαβίτσα (Κράβαρα οδοιπορικαί σημειώσεις) αποτέλεσαν το εφαλτήριο για τη συγγραφή τού Ζητιάνου. Ωστόσο, από αυτή την άποψη το έργο δεν είναι ηθογραφικό, αφού δεν καθησυχάζει τον αναγνώστη και δεν τονώνει την «προς τα πάτρια αγάπη δείχνοντας τα ευγενή ήθη τού λαού και την ένδοξη καταγωγή του.» O βαθύς στοχασμός, η ψυχογραφική δύναμη του Καρκαβίτσα και η ικανότητα του να σπουδάζει ανθρώπινους τύπους είναι στοιχεία που ξεπερνούν την ηθογραφία. Συχνά μέσα στο κείμενο παρακολουθούμε την ερμηνεία των κοινωνικών και ψυχικών φαινομένων των ηρώων: «Αν και η καρδιά του Καραγκούνη δεν είναι μαλακώτερη από την πέτρα […] αν δεν ήταν ο κουτόκοσμος οι ζητιάνοι θα εψοφούσαν της πείνας μέσα στα ξεροβούνια της πατρίδας». Ο Ζητιάνος δεν ανήκει στην κατηγορία των ωραιοποιημένων ειδυλλιακών έργων, όπως προπαγάνδισε η Εστία, αλλά διατηρεί αποκλειστικά τη σχέση του με τη λαογραφία μέσα από την απεικόνιση των ηθών κι εθίμων: «Οι Καραγκούνηδες δεν άλλαζαν εύκολα τα φορέματα τους παρά τέσσερες – πέντε φόρες το χρόνο». Ο Ζητιάνος χαρακτηρίζεται ως ηθογραφικό έργο, γιατί η σχέση του με τη λαογραφία και τα προβλήματά της είναι συνειδητή και πολύπλευρη. Ο Καρκαβίτσας επιλέγει την πιο καθυστερημένη επαρχία,, που μόλις είχε απελευθερωθεί από τους Τούρκους, και μας δείχνει την αθλιότητά της. Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού επιστρατεύει λαϊκές παροιμιώδεις εκφράσεις και παραδοσιακά τραγούδια:«Θεός σχωρέσ’ τη μάνα σου δως μου λιγάκι αλεύρι […] εκείνος που ελεεί φτωχό δανείζει το Θεό».

          Κυρίαρχη παρουσία στο κείμενο κατέχουν οι αναφορές σε εξώκοσμα πλάσματα: «στοιχειά», «νεράιδες» και «βρικόλακες». Ο συγγραφέας σατιρίζει τη δεισιδαιμονία των Καραγκούνηδων που τους ωθεί στη μαγεία, στο αποτρόπαιο μέσο καταπολέμησης του κακού. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις προλήψεις, με συνέπεια τη δημιουργία ανθρώπινων τύπων που έχουν ως ιδιότητα τη μαγεία, που τους ξεχωρίζει από τον ευφυή ζητιάνο: «Ο Τζιριτόκωστας γνώριζε πολύ καλά τη μαγική επιρροή που έχουν στις γυναίκες τα μυστήρια και τα σύμβολα», «Ο Ζητιάνος όμως ούτε τα μάγια του επίστευε αλλ’ ούτε και το βρικολάκιασμα του παραγιού του. Ποτέ τέτοιες προλήψεις δεν εκόλλησαν στο θετικό του πνεύμα.».

Η ηθογραφία έστρεφε την προσοχή της στο Κακό (Φόνισσα-Παπαδιαμάντης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα-Θεοτόκης). Όμως η πλεονάζουσα κακία, δηλαδή η έντονη καταγγελία τής ζωής τού χωριού, προώθησε την πεζογραφία σε νέα μονοπάτια. Ο Καρκαβίτσας ξεπερνά πολύ γρήγορα την επιφάνεια των πραγμάτων και διεισδύει σε επίπεδα κοινωνικής κριτικής και πολιτικοϊδεολογικών οραματισμών περνώντας πίσω από τα φαινόμενα της ήσυχης και ανούσιας ζωής τών ‘άψυχων’. Τρία ζητήματα είχε να αντιπαλέψει: «τη θρησκεία, τη δεισιδαιμονία και την αγυρτεία». Κι αν το θέμα τής πίστης καταλήγει  άθικτο, εκτός από τη διακωμώδηση του ιερέα: «Επήγεν ο Παπαρίζος σαν σεβαστός να του πιάσει το χέρι[…] του επέταξε δέκα οργυιές μακράν τη σκούφια και άφησεν άπλεχτα στον άνεμο τα ψαρά μαλλιά του», τα υπόλοιπα δυο περικλείουν την ουσία τού περιεχομένου τού έργου. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα τρία από τα πέντε κεφάλαια της σφιχτοπλεγμένης ιστορίας φέρουν τίτλους που παραπέμπουν στα ζητήματα της δεισιδαιμονίας και της αγυρτείας:«τα μυστήρια της ζητιανιάς», «τα βότανα», «ο βρικόλακας». Ο συγγραφέας συνδέει τη βασκανία και τη μαγεία, θέματα που απασχόλησαν ευρύτερα τους πεζογράφους της εποχής, με την καλλιεργημένη αντίληψη ή σωστότερα ανάγκη για την απόκτηση αγοριών που θα στήριζαν οικογένειες: «Ν’ αποχτήση στειλιάρι δεύτερο, έτοιμο να πάρη τη θέση του πατέρα του σε κάθε κακοτυχία[…]Αλοίμονον από την οικογένεια που της λείπει ο άντρας». Ο Ζητιάνος εκτυλίσσεται σε μια κοινωνία μεταβατική και αντιμέτωπη με τις αστικές κι εκσυγχρονιστικές τάσεις. Ο Καρκαβίτσας λαχταρούσε για ανθρωπισμό και κοσμοπολιτισμό χωρίς να παραιτείται από την προσδοκία τής εθνικής αποκατάστασης. Την περίοδο της ίδρυσης του νεοσύστατου κράτους στον Ζητιάνο αναδεικνύονται οι προοδευτικές για την εποχή του θέσεις: «Τώρα το λέγουν Ελλάδα. Έχουμε Σύνταγμα! […] Είναι αλήθεια πως η κυβέρνησις υποστηρίζει τον μπέη». Επίσης, γίνεται αντιληπτή η θέση τού συγγραφέα ότι σε μια αναπτυγμένη κοινωνία ο επιτήδειος Κραβαρίτης δεν θα είχε θέση: «Σύγκρινε την άδολη και αρχοντική φιλοξενία τού τόπου του, τον γελαστόν και ανοιχτόκαρδον χαρακτήρα των συμπατριωτών, με τον αφιλόξενο και φοβισμένον πάντοτε χαρακτήρα των Καραγκούνηδων». Σημαντικότερο όλων, ωστόσο, είναι ότι ο συγγραφέας καταλογίζει στους ίδιους τούς αγρότες ένα μέρος τής ευθύνης για το αδιέξοδο τής κοινωνίας του: «Φαγωθήτε ζωντόβολα! […] Δεν σας φτάνει η δυστυχία της ζωής θέλτε να την μεγαλώνετε και με τα πάθη σας!».Ο Πέτρος Χάρης γράφει ότι: «Ο ζητιάνος με κάθε κατόρθωμά του παραμερίζει και από μια κουρτίνα για να αφήσει τον αναγνώστη να δει και από μια πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας: η κακή διοίκηση, η δυσκίνητη δικαιοσύνη, η μικροπολιτική, η ρουσφετολογία, μια ελεεινή συγκρότηση κράτους.»

Η αναδρομική αφήγηση

 Η χρονική μετατόπιση της αφήγησης προς το παρελθόν μάς μεταφέρει σε προγενέστερες στιγμές, στην πατρίδα τού Τζιριτόκωστα, τα Κράβαρα, προκειμένου να φωτιστούν γεγονότα και καταστάσεις τού παρόντος. Πληροφορούμαστε ότι ο ήρωας έγινε κοινωνός μιας μακραίωνης παράδοσης την οποία δε δικαιούταν ν’ αρνηθεί  «Τα βλέπεις μωρές! Κοίταξε μην τα ντροπιάσεις! Εκείνα τα καρφιά ως πέρα εσύ θα τα γιομίσεις». Ο Τζιριτόκωστας δικαίωσε τους προγόνους του, αφού «γρήγορα αναδείχθηκε κι εθαυμάσθηκε». Η αναδρομή αποδεικνύεται αναγκαία, γιατί έτσι επιτυγχάνεται η ψυχογράφηση του ήρωα, η ανακάλυψη ότι για την ανήθικη ζωή του ευθύνεται ο πατέρας του, που τον οδήγησε μικρό παιδί στην επαιτεία. Ωστόσο, ο Καρκαβίτσας δεν θέλει να εγείρει την ευαισθησία μας και να ξεχάσουμε τα σκιερά και αποκρουστικά μέρη τού έργου. Γι’ αυτό το λόγο  δεν εξετάζει την επαιτεία ως κοινωνικό φαινόμενο που έχει κατ’ ανάγκην οικονομικά αίτια. Κι αν ο ήρωας ζει φτωχικά, σίγουρα δε ζει στην ανέχεια. «Η επαιτεία είναι επάγγελμα που προσφέρει και την πλούσια ελεημοσύνη του άρχοντα και το μονόλεφτο της χήρας». Άλλωστε ο ζητιάνος όπως υπογραμμίζει ο Απ. Σαχίνης «είναι μια ενσυνείδητη δύναμη του κακού, που γνωρίζει πως πράττει το κακό». Όμως, αυτό που κύρια επιτυγχάνει η αναδρομική αφήγηση είναι η διατήρηση του ωμού νατουραλιστικού ύφους. Το φλας μπακ διακόπτει το επεισόδιο του ξυλοδαρμού τού ζητιάνου. Ο ήρωας υπομένει στωικά το ποδοκύλισμα του τελωνοφύλακα και ο αναγνώστης κινδυνεύει να εξαπατηθεί από τη θλιβερή εικόνα τού αιματοκυλισμένου ζητιάνου. Φροντίζοντας για την αρχιτεκτονική οικονομία τού κειμένου ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την παιδική ηλικία τού Τζιριτόκωστα «στα ξερά και άχαρα βουνά της πατρίδας του, τα Κράκουρα που θα ειπή καταραμένον σαν τη μήτρα της Σάρρας». Aυτό λοιπόν που πρέπει να αποφευχθεί είναι ο οίκτος προς τον ζητιάνο. Κατανοούμε τη φύση του, αλλά δεν τη συμμεριζόμαστε. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο και σε αυτό δεν επιτρέπονται συναισθηματισμοί. Το αριστοτεχνικό ύφος τού Καρκαβίτσα βασίζεται στη λεπτή απόσταση ανάμεσα σε δυο άνισες πραγματικότητες, μια υποκειμενική και μια αντικειμενική, ανάμεσα στον περιορισμένο τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι χαρακτήρες τον κόσμο και τη διαυγή όραση του αφηγητή που τους παρακολουθεί να τον κοιτάζουν. «Ο Τζιριτόγιωργας εκοίταζεν αφαιρέμενος ένα με τ’ άλλο τα κρεμασμένα τρόπαια και ο σεβασμός άμετρος επλυμμύριζε την καρδιά του και τα στήθη του εβάρυναν σαν μυλόπετρα στην προγονικήν εκείνη δόξα.» Το λεξιλόγιο και ο τόνος τού πλάγιου λόγου τού επιτρέπουν να κρίνει τη συμπεριφορά των χαρακτήρων χωρίς να χρειάζεται να τους σχολιάσει. Είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τη λεπτομέρεια και φορτίζει τα αντικείμενα με συμβολική αξία:«Καθέν’ από εκείνα (τα μπαστούνια) είχεν επάνω του ιστορίαν ίση και καλύτερη από το δόρυ του Αχιλλέα», που του επιτρέπουν να υποδηλώνει μια σειρά επιπρόσθετων νοημάτων, να δημιουργεί μια ‘εντύπωση’, να ολοκληρώνει μια ατμόσφαιρα και τελικά να καταδικάζει αθόρυβα την ηθική στασιμότητα του ήρωα!

 

Ο καθοριστικός ρόλος τής φύσης

 Η ζωγραφική του τόπου και του χρόνου

Η φύση αποτελεί μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τον συγγραφέα τού Ζητιάνου. Τόσο η καταγωγή του όσο και οι νατουραλιστικές του επιρροές ανέδειξαν τη φύση ως «την μεγαλειώδη δύναμη η οποία αντιστέκεται σε οποιαδήποτε προσπάθεια του ανθρώπου να την υποτάξει». Στο κείμενο ζωντανεύουν οι περιγραφές τού φυσικού κόσμου τής υπαίθρου που ηρεμούν τον αναγνώστη και κατευνάζουν το οξύ καυστικό ύφος τού συγγραφέα. Η πλοκή τού έργου εκτυλίσσεται σε διάστημα τεσσάρων ημερών, όσο ακριβώς χρειάζεται ο ήρωας για να εξαπατήσει τους Καραγκούνηδες. Η μέρα διαδέχεται τη νύχτα και από το Νυχτερέμι ως τη Χαλκιδική, όπου βρισκόταν ο τελωνοφύλακας, το ελληνικό τοπίο παίρνει χρώμα και φωνή: «Τα ήμερα πουλιά της πεδιάδας, οι πελαργοί και οι νυχτοκόρακες […] εκάθιζαν επάνω στα κλαδιά κι εζητούσαν σπόρους θρεφτικούς […] να γεμίσουν τ’ άγρια δάση με κελαηδήματα και τα σπίτια των δούλων με ολόχαρες φωνές». Είναι αξιοσημείωτο ότι σ’ αυτό το σημείο ο Καρκαβίτσας ξεπερνά τα όρια του νατουραλισμού και της ηθογραφίας.

Οι νόμοι τού Θεού και των ανθρώπων

Το τελευταίο μέρος τής νουβέλας έχει τον τίτλο Δικαιοσύνη. Ο Καρκαβίτσας μέσα από μια μεταβατική διαδικασία παρουσίασε ένα πλήθος από αντιήρωες, σκοτεινές φιγούρες τής ελληνικής κοινωνίας, που καλούνται τώρα να απολογηθούν είτε στη θεία είτε στην ανθρώπινη δικαιοσύνη. Καθένας από αυτούς δέχεται την τιμωρία που του αναλογεί σύμφωνα με τον αρχέγονο νόμο τής φύσης ότι το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Η Κρουστάλλω και ο τελωνοφύλακας τιμωρούνται από τη θεία δικαιοσύνη, ενώ οι υπόλοιποι χωριάτες τιμωρούνται από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων. Όλοι πληρώνουν για τη δεισιδαιμονία και την ανηθικότητα που στηλιτεύει ο συγγραφέας. Προπαντων, οι Καραγκούνηδες πληρώνουν για την έλλειψη της ελεύθερης βούλησης και της ικανότητας να ορίζουν τη ζωή τους και να ρυθμίζουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους. Όμως ο ζητιάνος, η ‘ενσυνείδητη δύναμη του κακού’, ορίζει τη ζωή του και, παρότι η φύση τού κληροδότησε μόνο τις ασχήμιες της, αυτός την υπερνικά σαν «παντοδύναμος μάγος που συγκεντρώνει στα στιβαρά χέρια του δυνάμεις τής γης και στοιχειά τού αιθέρος, άγνωστα στους πολλούς θνητούς Και ήταν ικανός ν’ αλλάξη όχι μόνον την τύχην αλλά και αυτή την φύση των όντων».

Οι νόμοι τής φύσης

Ο Τζιριτόκωστας τελικά πετυχαίνει το σκοπό του. Εκμεταλλεύεται τους Καραγκούνηδες, εξαπατά τους εκπρόσωπους της δικαιοσύνης κι αποχωρεί θριαμβευτής για να συνεχίσει το έργο του. Στο τέλος τής αφήγησης δικαιώνεται και φτάνει στην ελευθερία και στη λύτρωση. Αν ο άνθρωπος «δεν βρίσκει της υπάρξεως του τον σκοπό» δε φταίει ο ίδιος αλλά το κοινωνικό αδιέξοδο. Η επιστροφή στη φύση οδηγεί στον ακραίο αμοραλισμού. Η ηθική έχει εκλείψει από την κοινωνία που, μπροστά στις εκσυγχρονιστικές τάσεις, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της. Άρα, η λύση έγκειται στην επιστροφή σε μια αρχέγονη φυσική κατάσταση και στους αντίστοιχους νόμους της φύσης, οι οποίοι είναι προτιμότεροι από τους κοινωνικούς, αφού αυτή δεν κάνει διακρίσεις. Είναι η Μητέρα Φύση που δεν προδίδει ποτέ τα παιδιά της και μένει «ανεπηρέαστη, ίση δείχνοντας αγάπη και στου Κάη τους καρπούς και στα πρωτοτόκια του Άβελ».

 

Εκδόσεις

          Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία σε συνέχειες από τις 9 Απριλίου έως τις 8 Ιουνίου 1896, χωρισμένο σε 5 κεφάλαια: Α΄ «Κάθε τόπος και άνθρωπος», Β΄ «Τα μυστήρια της ζητιανιάς», Γ΄ «Και με τα βότανα της γης γιατρεύονται τα πάθη», Δ΄ «Ο βρυκόλακας» και Ε΄ «Η δικαιοσύνη». Η πρώτη έκδοση σε βιβλίο έγινε το 1897 από το «Τυπογραφείον της Εστίας» των Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη. Η β΄ έκδοση έγινε από το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας» του Ι. Δ. Κολλάρου το 1920 με διαφορετικούς τίτλους κεφαλαίων, και συγκεκριμένα: Α΄ «Το συναπάντημα», Β΄ «Τα μυστήρια της ζητιανιάς», Γ΄ «Τα βότανα», Δ΄ «Ο βρυκόλακας» και Ε΄ «Δικαιοσύνη». Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις από την Εστία τού Κολλάρου διακοσμημένες με ξυλογραφίες τού Ε. Σπυρίδωνος. Οι επόμενες εκδόσεις τού έργου μετά τη λήξη των εκδοτικών δικαιωμάτων τής Εστίας είναι:

  • 1973 εκδ. Πέλλα (παιδικό),
  • 1973 εκδ. Δαμιανός με εικονογράφηση της Ελένης Καλκάνη,
  • 1973 εκδ. Θεσσαλονίκης,
  • 1985 Δωρικός,
  • 1989 Νεφέλη – η επιμέλεια της σειράς έγινε από τον Μανώλη Αναγνωστάκη,
  • 1994 Μίνωας (παιδικό),
  • 1997 Ρέκος (παιδικό),
  • 1999 Βιβλιοπωλείο της Εστίας- πιστή επανέκδοση του πρωτοτύπου, 1999 Αύρα,
  • 2001 Ενάλιος,
  • 2003 Επικαιρότητα,
  • 2004 DeAgostini,
  • 2006 Ελληνικά Γράμματα (εκτός εμπορίου, διανεμήθηκε από την εφημερίδα Τα Νέα),
  • 2009 Εμπειρία Εκδοτική,
  • 2011 Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη εισαγωγικό σημείωμα του Αλέξη Ζήρα,
  • 2012 e-Anagnosis e-book,
  • 2013 Πελεκάνος e-book

Μεταφράσεις τού έργου

  • Ολλανδικά: Karkavitsas, A. De Bedelaar: roman. [tr.by]: J. A. Lambert-van der Kolf. Rotterdam: W. L. & J. Brusse, 1924.
  • Αγγλικά: Karkavitsas, Andreas. The beggar: a novel. [tr.by]: William F. Wyatt. New Rochelle, N. Y.: Caratzas Brothers, 1982. ISBN 0-892-41372-7.
  • Ιταλικά: Karkavitsas, Andreas. Tre racconti. [tr.by]: Maria Caracausi, Introduction – Notes Maria Caracausi. Palermo: L’ Epos, 1995.
  • Γερμανικά: Karkavitsas, Andreas. Der Bettler: Roman. [tr.by]: Ulf-Dieter Klemm, Illustration Fritz Klemm. Köln: Romiosini Verlag, 2002. .
  • Γαλλικά: Karkavitsas, Andréas. Le mendiant. [tr.by]: ISBN 3-923728-10-7Marc Terrades. Paris: L’Harmattan, 2009. ISBN 978-2-296-07554-2.

Στην τηλεόραση

Το έργο έχει μεταφερθεί και στην τηλεόραση. Προβλήθηκε στην ΥΕΝΕΔ το 1982, σε 13 ωριαία επεισόδια, σε σκηνοθεσία του Μάριου Ρετσίλα και με πρωταγωνιστή στο ρόλο τού ζητιάνου τον Ανέστη Βλάχο. Συμμετείχαν επίσης οι ηθοποιοί Χρήστος Ζορμπάς, Σοφία Ολυμπίου, Λάζος Τερζάς, Βασίλης Τσάγκλος, Ντίνος Δουλγεράκης.

 

Βιβλιογραφία

Αναστασιάδου Α., κ.ά., 2000, Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα.
Μαστροδημήτρης Π. Δ., 1980, Ο Ζητιάνος του Καρκαβίτσα, Καρδαμίτσας Αθήνα.
Μπαλούμης Επ., 1999, Ανδρέας Καρκαβίτσας ο ανατόμος της λαϊκής κοινότητας, Ελληνικά Γράμματα,Αθήνα.
Παπαθανασόπουλος Θ., 1990, «Ο αληθινός Ζητιάνος του Καρκαβίτσα», Νέα Εστία, τομ. 128, τεύχος 1517, (Σεπτέμβριος), Αθήνα.
Σαχίνης Απ., 1997, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Bιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα.
Σταυροπούλου Ερ., 1997, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. Η, Σοκόλης, Αθήνα.
Χάρης Π., 1990, «Ανδρέας Καρκαβίτσας», Νέα Εστία, τομ. 128, τεύχος 1517, (Σεπτέμβριος), Αθήνα.
Gombrich E. H., 1994, To χρονικό της τέχνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα.
Vitti M., 1980, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος, Αθήνα.

 

Share this post