Κείμενο του Αλέξανδρου Παλαιογίαννη για το βιβλίο «ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ»

Κείμενο του Αλέξανδρου Παλαιογίαννη για το βιβλίο «ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ»

Κείμενο του Αλέξανδρου Παλαιογίαννη για το βιβλίο «ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ» της Μαρίας Μπούρλη.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το Ημερολόγιο της Μήδειας:

Επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση μας με τη Μήδεια

Αλέξανδρος Παλαιογιάννης

Το Ημερολόγιο της Μήδειας αποτελείται από καταγραφές, κάθε μία από τις οποίες είναι μία μοναδική, ξεχωριστή καταχώρηση στο ημερολόγιο που η ίδια γράφει. Δεν υπάρχουν ημέρες, ώρες, μήνες, έτη, τόπος, κανένας χρονικός ή χωρικός-τοπικός προσδιορισμός. Πρόκειται για το ημερολόγιο μιας γυναίκας, η οποία ζει στο σήμερα, στο χθες, στο αύριο. Είναι η Γυναίκα – με κεφαλαίο Γ -, το αρχέτυπο σύμβολο που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο χρόνο ή τόπο, αλλά βρίσκεται παντού και πάντα. Η Μήδεια της Μαρίας Μπούρλη ξεπερνάει τα όρια του φύλου της, γίνεται το πλάσμα, το συναίσθημα, το Εγώ που βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς, ανεξαρτήτως φύλου, προέλευσης ή τάξης.

Διαβάζοντας Το Ημερολόγιο της Μήδειας είχα την αίσθηση ότι παρακολουθούσα μια κινηματογραφική ταινία, με σκηνές να εναλλάσσονται μεταξύ τους, όπως και οι διαθέσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα της ηρωίδας, από καταγραφή σε καταγραφή. Παράλληλα, ο τρόπος που η συγγραφέας εκφράζει ενδόμυχες σκέψεις και συναισθήματα, ο τρόπος που παρατηρεί και περιγράφει τους ήρωές της, φανερώνουν τις θεατρικές της καταβολές, την ενασχολησή της τόσο με το θέατρο όσο και με τη μεταφυσική, παράγοντες που συχνά αλληλεπιδρούν και αλληλοσυμπληρώνονται. Η Μήδεια παρασύρει τον αναγνώστη στον κόσμο της, έναν κόσμο σκοτεινό αλλά και τόσο γνώριμο και οικείο στον καθένα από εμάς, ώστε, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, γινόμαστε όλοι εκούσια συνοδοιπόροι στο ταξίδι αυτό στα έγκατα του είναι μας, ένα ταξίδι αυτογνωσίας με τελικό προορισμό τη «μήτρα», απ’όπου ξεκινούν όλα και όπου όλα καταλήγουν, εκεί όπου ζωή και θάνατος συναντώνται. Για την ίδια τη Μήδεια, η μήτρα συνδέεται περισσότερο με το Θάνατο παρά με τη Ζωή, είναι, όπως λέει η ίδια, «το σημείο όπου όλα παύουν για λίγο να συμβαίνουν», θα λέγαμε ότι αποτελεί το σημείο μηδέν, την αρχή των πάντων.

Η Μήδεια της Μαρίας Μπούρλη δεν συμβιβάζεται, τα λέει έξω από τα δόντια. Δεν κρύβει την αλήθεια «κάτω από το χαλάκι», την αντιμετωπίζει κατάματα. Αντιπροσωπεύει την αλήθεια που κάθε άνθρωπος φοβάται να αντικρύσει, τα ανομολόγητα πάθη μας, τις επιθυμίες που έχουμε θάψει επιμελώς βαθιά μέσα μας. Εκφράζει αυτό που σκέφτεται, χωρίς περιστροφές. Δεν διστάζει να ρωτήσει τη μητέρα της «Μάνα, έχεις σκεφτεί ποτέ να σκοτώσεις τα παιδιά σου;». Την ημέρα του γάμου της αρνείται να φορέσει πέπλο, όπως επιβάλλει το έθιμο, θεωρεί ότι το πέπλο συμβολίζει «επικείμενο θάνατο», πράγμα που αναπόφευκτα παραπέμπει περισσότερο σε σάβανο, ότι το πέπλο χρησιμοποιείται για την απόκρυψη κάποιας αλήθειας. Αλλά η ίδια θέλει να ζήσει, να ρουφήξει τη ζωή, κι όλος ο κόσμος να δει τη δική της αλήθεια, το πόσο ευτυχισμένη κι ελεύθερη αισθάνεται μέσα από τον έρωτα. Δεν έχει τίποτα να κρύψει.

Το Ημερολόγιο της Μήδειας μοιάζει, σχηματικά, με καρδιογράφημα. Οι σκηνές πάθους και έντασης εναλλάσσονται με σκηνές γαλήνης, ηρεμίας, ενδοσκόπησης. Αυτό το δίπολο διαφορετικών συναισθημάτων που βιώνει η Μήδεια, και μαζί της και ο αναγνώστης, αποδίδεται με δύο κυρίαρχους συμβολισμούς. Από τη μια μεριά, είναι το κόκκινο χρώμα, το αγαπημένο χρώμα της ηρωίδας, σύμβολο του πάθους και της ιδιοσυγκρασίας της. Το κόκκινο χρώμα επανεμφανίζεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ως μοτίβο μέσα στις σελίδες του βιβλίου, είτε στα κεράσια που παίρνει για πρωϊνό, μετά από έναν ανήσυχο ύπνο, στοιχειωμένο από την αγωνία της για την ανταπόκριση του Ιάσονα στα συναισθήματά της, είτε στο κόκκινο κρασί που σφραγίζει την ερωτική τους συνεύρεση, είτε στην εικόνα του αίματος, το οποίο συνδέεται άρρηκτα με τις ωδύνες του τοκετού, με τη μήτρα, τη Ζωή και το Θάνατο. Η χρήση του κόκκινου ως συμβόλου κορυφώνεται στο κατακόκκινο φόρεμα που φοράει η Γλαύκη, όταν τη συναντάει για πρώτη φορά η Μήδεια και συνειδητοποιεί την αλήθεια, τη στιγμή που «επισημοποιείται η απόρριψη». Το κόκκινο είναι το χρώμα που τη στοιχειώνει και την καταδιώκει στις πιο κομβικές στιγμές της ζωής της.

Από την άλλη μεριά, έχουμε τη θάλασσα, εκεί που καταφεύγει η Μήδεια όταν αποζητά την ηρεμία, τη γαλήνη στη φύση, ώστε να μπορέσει να επιβάλει την ηρεμία και τη γαλήνη μέσα της, να συμφιλιωθεί με τη νέα πραγματικότητα της ζωής της, να βάλει σε τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματά της και να ξαναγεννηθεί, σαν το φοίνικα, αλλά όχι μέσα από τις στάχτες; μέσα από τον εξαγνισμό και την κάθαρση που προσφέρει το υγρό στοιχείο. Η θάλασσα σηματοδοτεί, γι’ άλλη μια φορά, την επιστροφή στη μήτρα, το σημείο μηδέν όπου ο χρόνος παγώνει, εκεί που τέλος και αρχή συναντώνται. Το ηλιοβασίλεμα αποτελεί για τη Μήδεια «το μοναδικό έργο τέχνης» και φέρει τις ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες που κάθε μορφή τέχνης επιφυλάσσει τόσο για το δημιουργό όσο και για το θεατή-παρατηρητή και γενικά κάθε κοινωνό. Σε αυτό το πλαίσιο, παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις για συγχώρεση και εκδίκηση ή μήπως για εκδίκηση και συγχώρεση;

Μεγάλη σημασία αποδίδει η συγγραφέας στη χρήση των ονομάτων των χαρακτήρων της. Ήδη από τον τίτλο του βιβλίου γνωρίζουμε ποιά είναι η κεντρική ηρωίδα. Εξάλλου, η ίδια η συγγραφέας δεν παραλείπει να το τονίσει από την πρώτη κιόλας σελίδα του Ημερολογίου της: «Το ονομά μου είναι Μήδεια». Όλοι γνωρίζουν ποιά είναι η Μήδεια πριν πάρουν το βιβλίο στα χέρια τους κι έχουν ήδη βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για τη γυναίκα αυτή. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, την έχουν ήδη καταδικάσει για τις αποτρόπαιες πράξεις της. Ακόμη και αν κατανοούν, ως ένα βαθμό, τα κίνητρά της, δε την δικαιολογούν. Αυτό που κατορθώνει η Μαρία Μπούρλη είναι να μας επανασυστήσει τη Μήδεια, μια Μήδεια πιο ανθρώπινη, πιο ανατρεπτική και διαφορετική από αυτή που ήδη γνωρίζουμε, μια Μήδεια που ζει ανάμεσά μας. Η Μήδεια της Μαρίας Μπούρλη μας επιτρέπει να διεισδύσουμε στην ψυχολογία της και να δούμε τον κόσμο, τη ζωή, το θάνατο, μέσα από τα δικά της μάτια. Δεν είναι μόνο η ίδια η Μήδεια που ξαναγεννιέται μέσα από τις σελίδες του Ημερολογίου της, μαζί της ξαναγεννιέται και η γνωριμία μας με αυτήν, η σχέση μας μαζί της ξεκινάει από την αρχή και θεμελιώνεται σε καινούριες βάσεις.

Ο Ιάσονας δεν ονοματίζεται από την ίδια τη Μήδεια μέχρι τη στιγμή που συναντάει τη Γλαύκη και η τελευταία αναφέρει το ονομά του. Για τη Μήδεια ο Ιάσονας είναι «ο άντρας της», ο έρωτας, ένα ιδανικό, και οι δύο μαζί αποτελούν ένα αρμονικό σύνολο, έχουν ενωθεί μέσα από τον έρωτα, ένωση που επισημοποιείται με τα δεσμά του γάμου. Η χρήση του ονόματός του από τη Γλαύκη σηματοδοτεί τη ρήξη αυτού του δεσμού και οδηγεί στην επώδυνη συνειδητοποίηση ότι Ιάσονας και Μήδεια δεν είναι πια ένα, ότι η ένωσή τους έχει πάψει ουσιαστικά να υφίσταται. Στην πρώτη αυτή συνάντηση Μήδεια και Γλαύκη θυμίζουν θηρία έτοιμα να ριχτούν στη μάχη για να διεκδικήσουν το θήραμά τους, αναμετριούνται με το βλέμμα, ζυγιάζει το ένα το άλλο, υπολογίζουν τη δύναμη του αντιπάλου. Αυτά που μένουν ανείπωτα και διαβάζονται από το βλέμμα είναι πολύ πιο ουσιαστικά και δυνατά από αυτά που εκφράζονται με λόγια. Στα πρώτα κρύβεται η αλήθεια. Αν και, αρχικά, η Γλαύκη φαίνεται να έχει το πλεονέκτημα – νιάτα, ομορφιά, τη θέση της στην καρδιά του Ιάσονα, θέση που ανήκε στη Μήδεια μέχρι πρότινος –, η Μήδεια βγαίνει νικήτρια από την πρώτη αυτή μάχη; με το αγέρωχο, διεισδυτικό βλέμμα της, την επιβλητική παρουσία της που κάνει τη Γλαύκη να φαντάζει τόσο «μικρή» και αδύναμη απέναντί της.

Δεν υπάρχει καμία αναφορά στα πραγματικά ονόματα των παιδιών της Μήδειας στο Ημερολόγιο. Σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές του βιβλίου, όταν η ηρωίδα βασανίζεται από την εσωτερική πάλη ανάμεσα στα πληγωμένα αισθήματα της συζύγου, που μόλις έχουν επιβεβαιωθεί οι χειρότεροι φόβοι της, και τα αισθήματα της μητέρας που πρέπει να φροντίσει τα παιδιά της, παραμερίζοντας προσωπικά πάθη και αδυναμίες, η Μήδεια ξεσπάει: βαφτίζει τα παιδιά της Οργή και Φθόνο κι έτσι αναφέρεται σε αυτά στο εξής. Τα παιδιά της γίνονται ο καθρέφτης των συναισθημάτων της, τα σύμβολα της ενωσής της με τον Ιάσονα, ο καρπός του έρωτά της, μετατρέπονται σε πικρόχολα σύμβολα της προδοσίας. Ο σωματικός πόνος που βίωσε όταν τα έφερε στον κόσμο μετουσιώνεται, σε μια στιγμή, σε ψυχικό-συναισθηματικό πόνο: Οργή για την προδοσία και Φθόνος για τη γυναίκα που τόσο εύκολα την αντικατέστησε, πόσο μάλλον όταν η γυναίκα αυτή συνοδεύεται από νιάτα, ομορφιά, ένα καλίγραμμο σώμα, όπως η ίδια θα διαπιστώσει αργότερα.

Σε ένα άλλο επίπεδο, Το Ημερολόγιο της Μήδειας παρουσιάζει ανάγλυφα τα στάδια από τα οποία διέρχεται η σχέση ενός τυπικού σύγχρονου ζευγαριού, από το πάθος, τον έρωτα, τη δέσμευση έως την απομάκρυνση, την προδοσία, τον αποχωρισμό. Από την άποψη αυτή, το Ημερολόγιο μας αφορά όλους, και τα δύο φύλα, είτε ανήκουμε στους νικητές στο πεδίο της μάχης που λέγεται Έρωτας, είτε στους ηττημένους. Πρόκειται για μαθήματα ζωής που μας ωριμάζουν και μας προετοιμάζουν για το επόμενο στάδιο. Στο Ημερολόγιο δεν υπάρχουν συμβιβασμοί. Ο,τιδήποτε ολοκληρώνει τον κύκλο του πρέπει να τελειώνει για να δώσει τη θέση του σε ένα καινούριο ξεκίνημα. Και πάλι από την αρχή. Ακόμη κι αν η αρχή πολλές φορές αποδεικνύεται το ίδιο επώδυνη με το τέλος. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Μήδεια της Μαρίας Μπούρλη. Η Μήδειά της δεν καταφεύγει στη σωματική βία, ακόμη και αν την στοιχειώνουν και την ταλανίζουν σκοτεινές σκέψεις. Η «ποινή» που θα επιβληθεί είναι περισσότερο νομοτελειακή, αναπόδραστη και καταλυτική και τόσο σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση.

Ο αναγνώστης του Ημερολογίου σταδιακά αφήνεται στη μαγεία του βιβλίου, στη γοητεία της Μήδειας. Οι όποιες προκαταλήψεις παραμερίζονται, όλες οι αισθήσεις διεγείρονται και εμπλέκονται σε ένα συνοθύλευμα εικόνων, συναισθημάτων, σκέψεων. Στο Ημερολόγιο της Μήδειας ειπώνονται μεγάλες αλήθειες και ο αναγνώστης καλείται να τις αντιμετωπίσει, να τις διαχειριστεί, να τις κρίνει. Καλείται να αντικρύσει κατάματα τη «Μήδεια» που κρύβει μέσα του, να προβληματιστεί και τελικά να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Share this post