Νατάσσα Λούππου – Η Παναγία των Παρισίων

Παναγία των Παρισίων

Νατάσσα Λούππου – Η Παναγία των Παρισίων

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΩΝ ΚΑΙ Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΟΥΓΚΩ

Πως θα σας φαινόταν αν μαθαίνατε πως στο καμπαναριό της Μητρόπολης των Αθηνών ζούσε ένα 16χρονο δύσμορφο και απελπιστικά άσχημο αγόρι, απομονωμένο από τον έξω κόσμο; Και αν αυτό το αγόρι  τελικά έβγαινε έξω, αλήθεια  πως θα το αντιμετωπίζατε; Πως θα σας φαινόταν αν ένα εξέχον, αξιοσέβαστο και θεοσεβούμενο πρόσωπο της πόλης μας με άπλετη εξουσία στη διάθεσή του, αποδεικνυόταν τελικά σατανιστής; Πιστεύετε πως θα μπορούσε μια τσιγγάνα  που χορεύει μέσα στους δρόμους να μην είναι πονηρή και κλέφτρα, αλλά σύμβολο αγνότητας και τιμιότητας; Ίσως όλα αυτά φαίνονται ακραία για την Αθήνα του 2017, ο Βίκτωρ Ουγκώ όμως τολμά να τα παρουσιάσει στον κοινό του Παρισιού το 1831.

 Πρόκειται φυσικά για την Παναγία των Παρισίων, ένα από τα πιο διάσημα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το έχουμε διαβάσει, το έχουμε δει σε ταινία, σε κινούμενα σχέδια από την Disney, έγινε μιούζικαλ στο θέατρο, αγαπήθηκε από γεννιές και γεννιές, μικρούς και μεγάλους. Έκανε την   “Notre-Dame” μία από τις διάσημότερες εκκλησίες παγκοσμίως, διαιωνίζοντας έναν μύθο. Είμαι σίγουρη πως οι εκατομμύρια επισκέπτες που δέχεται κάθε χρόνο η  “Νotre-Dame” κοιτάζουν το καμπαναριό και σκέφτονται τον Κουασιμόδο που ζούσε εκεί με μοναδική του συντροφιά τις τεράστιες καμπάνες  της εκκλησίας. Όλα αυτά χάρις τον Βίκτωρ Ουγκώ, έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του κινήματος του ρομαντισμού που με την πένα του κέρδισε μια θέση αναμέσα στους μεγάλους συγγραφείς της ιστορίας.

Ο Ουγκώ στο Παναγία των Παρισίων τοποθετεί τους ήρωές  του στο Μεσαιωνικό Παρίσι του  15ου αιώνα με φόντο πάντα τον επιβλητικό καθεδρικό ναό της πόλης. Οι πρωταγωνιστές του είναι περιθωριακοί άνθρωποι και κοινωνικά μη αποδεκτοί από την τοπική κοινωνία. Η τσιγγάνα Εσμεράλδα που βγάζει το ψωμί της χορεύοντας στους δρόμους του Παρισιού παρέα με μια πανέξυπνη κατσίκα, ο κακάσχημος Κουασιμόδος που πιο πολύ μοιάζει με άγριο ζώο παρά με άνθρωπο. Μια χτισμένη καλόγρια έξω από το ναό, ένας πάμφτωχος θεατρικός ποιητής που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, ο αλήτης, βασιλιάς της αυλής των θαυμάτων, ένας στρατιωτικός που κάνει το λάθος να ερωτευτεί την τσιγγάνα. Τέλος, ο κακός της ιστορίας είναι ένας δαιμονικός κληρικός που μέσα στην παραφροσύνη του θέλει να θυσιάσει τη μικρή Εσμεράλδα στο σατανά πιστεύοντας πως έτσι θα κερδίσει την εύνοια του και θα αποκτήσει πλούτη και δόξα.

Αδικία, ανισότητα ,ρατσισμός, bulling, κατάχρηση εξουσίας από την εκκλησία, έλλειψη δικαιοσύνης είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται στο έργο με μοναδική μαεστρία εκ μέρους του συγγραφέα.

Τολμώ να πω πως το Παναγία των Παρισίων δεν είναι επαναστατικό μόνο για την επόχη του, είναι επαναστικό και για τη δικιά μας εποχή. Μέχρι και σήμερα η ανθρωπότητα δεν έχει καταφέρει να απαλλαγεί από της προκαταλήψεις της και να αποδεχτεί οτιδήποτε το «διαφορετικό».

Η στιγμή όπου ο Κουασιμόδος δέχεται επίθεση από τους πολίτες του Παρισιού που τον λιθοβολούν, τον κοροιδεύουν, τον ξεφτιλίζουν απλά και μόνο για την ασχήμια του , πόσο μακρυά είναι από τις σημερινές καταστάσεις που ζούμε; Το κεφάλαιο αυτό είναι μια σαφής καταγγελία στον bulling, απλώς τότε δεν υπήρχε ο όρος «bulling». Και το χειρότερο είναι πως κανένας δεν τον λυπήθηκε, κανένας από τους «φυσιολογικούς» και «έντιμους» παριζιάνους πολίτες δεν προσπάθησε να σταματήσει αυτή την επίθεση μίσους στον αβοήθητο Κουασιμόδο. Εκτός από  μια πλανόδια τσιγγάνα που τελικά καθώς φαίνεται ήταν η μόνη που είχε συμπόνια και αγάπη στην καρδιά της.  Σε αντίθεση με όσα μας μαθαίνουν μέχρι και σήμερα για τους τσιγγάνους. Ό,τι δηλαδή πρέπει να είναι οπωσδήποτε κακοί, πονηροί, κλέφτες, επικίνδυνοι , βρώμικοι, αλήτες, έμποροι ναρκωτικών κτλ.   Σας παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το Παναγία των Παρισίων:

« Ύστερα από λίγα λεπτά ο Κουασιμόδος περιέφερε το γεμάτο αγωνία βλέμμα του στον κόσμο κι επανέλαβε με ακόμη πιο σπαρακτική κραυγή:

-Νερό!
Κι όλοι ξανάβαλαν  τα γέλια. Τότε ο Ρομπέν Πουσπέν του πέταξε στα μούτρα ένα σφουγγάρι που το είχε μουσκέψει στο βούρκο.
-Πιες αυτό εδώ! φώναξε. Έλα, πιάσ’ το, βρομιάρη κουφέ! Στο χρωστάω.
Ταυτόχρονα μια γυναίκα του έριξε μια πέτρα που τον βρήκε στο κεφάλι.
-Άρπα την! Για να μάθεις να μας ξυπνάς τη νύχτα με τα αναθεματισμένα τα καμπανάκια σου, ούρλιαξε.
-Νερό! επανέλαβε τρίτη φορά ο Κουασιμόδος ασθμαίνοντας.

Την ίδια στιγμή είδε το πλήθος να παραμερίζει. Μια κοπέλα με αλλόκοτη φορεσιά και με ένα ντέφι στο χέρι πρόβαλε μέσα από τον κόσμο. Τη συνόδευε ένα μικρό, κάτασπρο κατσικάκι με χρυσωμένα κερατάκια.
Το μοναδικό μάτι του Κουασιμόδου άστραψε.

Είδε τη γυφτοπούλα που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να απαγάγει την περασμένη νύχτα και που γι’ αυτήν είχε την αόριστη εντύπωση ότι τον τιμωρούσαν τώρα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν αλήθεια, αφού η καταδίκη του οφειλόταν απλώς στην κακοτυχία του ότι αφενός ήταν κουφός και αφετέρου τον είχε δικάσει ένας κουφός. Όμως ήταν σίγουρος ότι το κορίτσι είχε έρθει για να τον εκδικηθεί με τη σειρά του και να του δώσει ένα ακόμη χτύπημα όπως όλοι οι άλλοι.
Η κοπέλα πλησίασε αμίλητη τον κατάδικο, που στριφογύριζε μάταια για να της ξεφύγει, και τραβώντας ένα παγούρι από τη ζώνη της το έφερε απαλά στα κατάξερα χείλη του.
Και τότε, απ’ αυτό το ως τώρα ολόστεγνο και πυρωμένο μάτι είδαν ένα χοντρό δάκρυ να κυλά αργά σε όλο το κακάσχημο και παραμορφωμένο από τις συσπάσεις πρόσωπό του. Ίσως ήταν το πρώτο δάκρυ που είχε χύσει ποτέ ο άμοιρος.»

Τί πιστεύετε; Θα μπορούσε να διαδραματιστεί μια τέτοια σκηνή στις μέρες μας, έξω από τη Μητρόπολη; Ή στην πλατεία Συντάγματος;

Στο παραπάνω  απόσπασμα ο Ουγκώ αναφέρεται και στον κουφό δικαστή ο οποίος καταδίκασε τον Κουασιμόδο. Ήταν κυριολεκτικά κουφός. Δεν άκουγε και δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε γύρω του. Η δίκη του Κουασιμόδου είναι από τα πιο κωμικά σημεία του έργου αλλά και βαθύτατα επικριτικό προς τη δικαιοσύνη. Για τους αρχαίους Έλληνες η δικαιοσύνη ήταν τυφλή. Για τον Ουγκώ είναι και θεόκουφή επίσης. Μήπως δεν είναι και σήμερα έτσι; Πόση αδικία υπάρχει στις μέρες μας; Είναι “κουφοί” άραγε οι σημερινοί δικαστές;

Και φυσικά ο Ουγκώ καταστηλιτεύει τους κληρικούς που δογματικά επιβάλλουν τους κανόνες της εκκλησίας και μιλούν για ηθική όταν οι ίδιοι είναι κάτι παραπάνω από ανήθικοι, άπληστοι, διψασμένοι για εξουσία εγωμανείς…; Άνθρωποι που διδάσκουν την αγάπη ενώ οι ίδιοι σκορπίζουν απίστευτο μίσος γύρω τους, και τη χριστιανική πίστη ενώ οι ίδιοι την έχουν προδώσει πρώτοι απ’ όλους.

Υπάρχουν άραγε τέτοιοι κληρικοί σήμερα; Και πως θα αντιμετώπιζαν τον Βίκτωρ Ουγκώ αν ήταν σύγχρονός μας και κυκλοφορούσε το βιβλίο του σήμερα ; Ήταν προφήτης ο Βίκτωρ Ουγκώ ή οι άνθρωποι δυο αιώνες μετά, δεν έχουν αλλάξει διόλου; Mήπως περνάμε τελικά έναν δεύτερο Μεσαίωνα;   Όλα αυτά είναι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου κάθε φορά που κρατώ στα χέρια μου αυτό το υπέροχο βιβλίο.

Σε αντίθεση με το αισιόδοξο φινάλε που δίνει η Disney στο έργο, κάνοντάς το έτσι πιο φιλικό προς τα παιδιά, το βιβλίο Παναγία των Παρισίων δεν έχει happy end για όλους…Η Εσμεράλδα ξαναβρήκε τη μητέρα της και έζησε ευτυχισμένη με τον άντρα της (το Φοίβο) για πολλά χρόνια, ο Κουασιμόδος όμως σκοτώνει τον αφέντη του, Φρόλο , και μετά αυτοκτονεί.

«Ήταν ένα πλάσμα αδικημένο από τη φύση, ένας απόκληρος, αλλά η απέραντη αφοσίωση που αισθανόταν για την Εσμεράλδα και η αγνή του λατρεία, του έδιναν μια ψυχική ομορφιά που θα ζήλευαν και οι πιο ωραίοι» γράφει στο τέλος του βιβλίου του ο Ουγκώ, μιλώντας για μια αγγελική ψυχή εγκλωβισμένη σε ένα τερατώδες σώμα σε αντίθεση με τη διαβολική ψυχή που φορούσε ράσα. Γιατί τα φαινόμενα απατούν και ο Ουγκώ μας το απέδειξε περίτρανα σε ένα επικό μυθιστόρημα που μετράει ήδη 196 χρόνια.

 

Νατάσσα Λούππου για το Παναγία των Παρισίων

 

Share this post